Το παραμύθι μας

 

 alt

 

Μία φορά και έναν καιρό, όχι πολύ παλιά από τώρα, σε μια χώρα, που ίσως ήταν και η δική μας, δυο αδερφάκια -ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι- τριγυρνούσαν λυπημένα στους δρόμους μιας πολύβουης πόλης.

Το αγόρι δεν θα ήταν περισσότερο από έξι ετών και η αδερφή του ακόμη μικρότερη. Τα δύο παιδιά δεν έμοιαζαν καθόλου μεταξύ τους. Το αγοράκι ήταν μελαχρινό με πράσινα μάτια ενώ η αδερφούλα του είχε ξανθά μακριά μαλλιά και μεγάλα καστανά μάτια. Τα ρούχα και των δύο ήταν παλιά και ξεφτισμένα όμως το βλέμμα τους ήταν φωτεινό και το χαμόγελό τους γεμάτο ζεστασιά.

Καθώς οι γονείς των παιδιών δούλευαν κάθε μέρα ως αργά - για να εξασφαλίσουν όχι πολλά, μα τα απαραίτητα για την οικογένεια- τα δύο αδελφάκια συχνά τριγυρνούσαν μόνα τους στους δρόμους για να ξεγελάσουν την μοναξιά τους. Άλλες φορές μετρούσαν τα αυτοκίνητα στους δρόμους και τους πεζούς στα πεζοδρόμια και άλλοτε κοιτούσαν λαίμαργα τις βιτρίνες των καταστημάτων, ιδίως αυτές που είχαν παιχνίδια, ρούχα και γλυκά.

Τα δύο αδελφάκια και οι γονείς τους έμαθαν στη ζωή τους να μη ζητούν πολλά. Τα ρούχα τους, το φαγητό τους και μια στέγη ήταν η καθημερινή τους έννοια. Τα βράδια όμως, την ώρα που όλη η οικογένεια έσμιγε, τότε το μοναδικό δωμάτιο του σπιτιού γέμιζε με πολύχρωμα όνειρα.Τότε το σπίτι μεταμορφωνόταν και γινόταν τεράστιο. Το τραπέζι γέμιζε φαγητά και γλυκά και οι αγκαλιές των παιδιών με λογής - λογής παιχνίδια. Οι γονείς είχαν κάθε μέρα δουλειά και μάλιστα καλοπληρωμένη. Τα παιδιά είχαν το καθένα το δικό του δωμάτιο και πήγαιναν στο σχολείο χωρίς να κρυώνουν, με το αμάξι του μπαμπά.


 

Στο σπίτι τα δυο παιδιά πολλά παιχνίδια δεν είχαν. Δυο-τρεις κούκλες και πεντε-έξι αμαξάκια. Όλα ήταν παλιά, μεταχειρισμένα και καθόλου ελκυστικά. Tο αγαπημένο παιχνίδι των δύο παιδιών ήταν «ο μαγικός βοηθός»: Τα δύο αδελφάκια προσποιούνταν πως είχαν κοντά τους ένα φανταστικό ξωτικό, «τον μαγικό βοηθό», που μπορούσε να ικανοποιήσει κάθε τους επιθυμία.

 

-Για φαντάσου αδερφούλα να ήταν σήμερα κοντά μας ο μαγικός βοηθός ! Πες μου τι θα του ζητούσες;

 

-Σήμερα, απάντησε το κορίτσι, μου λείπουν πολύ οι γονείς μας. Αν λοιπόν ήταν κοντά μας ο μαγικός βοηθός θα του ζητούσα να τους δώσει αυτός ένα μεροκάματο για να γυρίσουν νωρίς στο σπίτι...

 

Τα δύο παιδιά δεν ήξεραν τι είναι το μεροκάματο. Γνώριζαν όμως καλά πως είναι πολύ δύσκολο να το βρει κανείς γιατί οι γονείς τους απουσίαζαν όλη τη μέρα από το σπίτι, αναζητώντας το.

 

-Εγώ σήμερα, συνέχισε το αγόρι, θα του ζητούσα ένα καινούργιο ζευγάρι παπούτσια γιατί νοιώθω πως τα δικά μου έχουν μια μικρή τρύπα και σύντομα δε θα μπορώ να τα φορέσω πια!

 

Κάθε φορά που τα δυο παιδιά έπαιζαν τον «Μαγικό βοηθό» ήταν πολύ ευτυχισμένα γιατί φανταζόταν πως κάθε τους επιθυμία μπορούσε εύκολα να πραγματοποιηθεί.

 

Ένα απόγευμα, που έμοιαζε σαν όλα τα άλλα, τα δύο αδελφάκια πήραν την απόφαση προχωρώντας να πλησιάσουν στην άκρη του δάσους που απλωνόταν πάνω από την πόλη τους. Είχαν κουραστεί να βλέπουν τα θλιμμένα πρόσωπα των ανθρώπων της πόλης που πηγαινοερχόταν στους δρόμους ασταμάτητα. Τα χρώματα του δάσους ξεκούραζαν την σκέψη τους και απάλυναν την καρδιά τους. Εκείνη την ώρα ακόμα όλα ήταν ήσυχα. Θαρρείς και τα πλάσματα του δάσους δεν είχαν ξυπνήσει από τον μεσημεριανό τους ύπνο. Τα παιδιά κάθισαν κάτω από ένα γέρικο πλατάνι.

 

-Αχ και να ΄ταν αληθινός ο Μαγικός βοηθός, είπε το μικρό κορίτσι χαμηλόφωνα με μια θλίψη στη φωνή.

 

Και καθώς το αδύνατο δεν είναι πάντα και ανέφικτο, απρόσμενα ακούστηκε μια λεπτή και παράξενη φωνή:

 

-Και βέβαια είμαι αληθινός! Ποιος αμφιβάλει για αυτό;

 

Τα δύο παιδιά έμειναν ακίνητα να κοιτάζουν ένα μικροσκοπικό ανθρωπάκι που πετούσε μπροστά στα μάτια τους. Ήταν όπως ακριβώς το φανταζόταν στα παιχνίδια τους.

 

-Ο Μαγικός βοηθός! είπαν και τα δύο παιδιά με μια φωνή.

 

-Τι μπορώ να κάνω για σας; ρώτησε το παράξενο ιπτάμενο ανθρωπάκι. Μπορώ να πραγματοποιήσω, συνέχισε, οποιαδήποτε ευχή σας, μα μόνο μία !

Λεφτά, σπίτια, αυτοκίνητα παρέλασαν μπροστά στα έκπληκτα μάτια των δύο παιδιών. Μα, πριν ξεστομίσουν την ευχή τους, αθελά τους, το βλέμμα τους στράφηκε προς την πόλη και είδαν ξεκάθαρα μεγάλη δυστυχία: Είδαν ανθρώπους άστεγους, πεινασμένους, άρρωστους, παιδιά κακοποιημένα με δάκρυα στα μάτια …

-Δεν είναι κρίμα να χαραμίσουμε την ευχή μας μόνο για μας, όταν στον κόσμο γύρω μας υπάρχει τόση δυστυχία, μονολόγησε το αγόρι. Πόσο καλύτερος θα γινόταν ο κόσμος αν...

Το κοριτσάκι δε χρειάστηκε να μιλήσει μόνο κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Ήταν ήδη σύμφωνο με την σκέψη του αδερφού του. Έτσι τα δυο παιδιά χαμογελώντας και κοιτάζοντας στα μάτια το ένα το άλλο, με μια φωνή ευχήθηκαν :

-Να ΄χει αγάπη όλος ο κόσμος.

Την ίδια στιγμή ο κόσμος φάνηκε διαφορετικός. Οι άνθρωποι πλέον ήταν χαρούμενοι, χαμογελαστοί και νοιαζόταν ο ένας για τον άλλο.


 

Τα παιδιά της ιστορίας μας δεν έγιναν ποτέ πλούσια, μα έγιναν πολύ ευτυχισμένα. Από εκείνη την μέρα δε τους έλλειψε ποτέ τίποτε στην ζωή τους γιατί οι άνθρωποι γύρω τους τους νοιαζόταν και τους βοηθούσαν. Οι γονείς τους δεν αργούσαν πια να γυρίσουν στο σπίτι τους γιατί οι εργοδότες τους δεν τους εκμεταλλευόταν και το φαγητό δεν τους έλλειπε από το τραπέζι γιατί δεν τους έκλεβαν στα μεροκάματα και τους πλήρωναν κανονικά.

Και από κείνη την μέρα που οι καρδιές των ανθρώπων γέμισαν μ΄ αγάπη ό,τι έμοιαζε ονειρικό έγινε αλήθεια και έζησαν αυτοί καλά…. όσο για μας , ας κάνουμε την ίδια ευχή και θα ζήσουμε και εμείς καλύτερα !